Αυτισμός και Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές (ΔΑΔ)

Ο αυτισμός είναι μια χρόνια και διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή φάσματος. Λέγεται χρόνια γιατί ο αυτισμός παραμένει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του παιδιού, διάχυτη γιατί επηρεάζει πολλαπλούς τομείς της ανάπτυξης του παιδιού, αναπτυξιακή γιατί η διαταραχή εμφανίζεται την περίοδο της ανάπτυξης και φάσματος γιατί η εικόνα του αυτισμού δεν είναι ομοιογενής, αλλά κυμαίνεται σε μια συνεχή γραμμή από τις πιο ήπιες μορφές (παιδιά με φυσιολογική νοημοσύνη και λίγα αυτιστικά στοιχεία) μέχρι τις πιο βαριές μορφές (παιδιά με βαριά νοητική υστέρηση και πολλαπλά αυτιστικά στοιχεία).

Ο αυτισμός επιφέρει μειωμένη ως και ανύπαρκτη κοινωνική συμπεριφορά και αλληλεπίδραση. Το παιδί με αυτισμό αποφεύγει να κοιτάει στα μάτια κάποιον άλλο, αποφεύγει ή αρνείται τη σωματική επαφή (αγκαλιά, χάδι) και τη συναναστροφή με συνομήλικους και ενήλικες, και στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων δε μπορεί να κατανοήσει τα συναισθήματα και τις απόψεις των άλλων ανθρώπων. Η χρήση της γλώσσας είναι προβληματική. Έχει ασυνάρτητο λόγο, ηχολαλία (η επανάληψη διαρκώς ήχων ή λέξεων) και χρησιμοποιεί το τρίτο πρόσωπο για να μιλήσει για τον εαυτό του (ο Γιώργος θέλει νερό αντί εγώ θέλω νερό). Πολλά αυτιστικά παιδιά δε θα μιλήσουν ποτέ ή θα έχουν σοβαρές δυσκολίες. Το αυτιστικό παιδί εμφανίζειστερεοτυπικές αντιδράσεις, δηλαδή κάνει τις ίδιες κινήσεις για πολύ ώρα, έχει μη λειτουργικές συνήθειες ή τελετουργίες και αντιδρά άσχημα στις περιβαλλοντικές αλλαγές ή στις αλλαγές στις συνήθειες του. Η προσοχή του διασπάται εύκολα, εστιάζει σε μεμονωμένα χαρακτηριστικά και έτσι δεν μπορεί να δει σφαιρικά μια κατάσταση, αυτοτραυματίζεταικαι επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά. Οι ικανότητες αυτοεξυπηρέτησης του σε όλους του τομείς (τροφή, ντύσιμο, χρήση τουαλέτας, πλύσιμο κ.α.) είναι μειωμένες και ανάλογα με τη σοβαρότητα του αυτισμού μπορεί και να μην υπάρχουν. Ο αυτισμός πολύ συχνά συνυπάρχει με τη νοητική υστέρηση, αφού 7 στα 10 παιδιά παρουσιάζουν συγχρόνως και τα δύο, δεν πρέπει όμως οι δύο αυτές καταστάσεις να θεωρούνται ταυτόσημες. Τα παιδιά που παρουσιάζουν μόνο νοητική υστέρηση, ακόμα κι όταν δεν έχουν αναπτύξει λόγο κάνουν προσπάθειες επικοινωνίας, σε αντίθεση με το αυτιστικό παιδί, επιδιώκουν κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και η υστέρηση τους από το μέσο όρο είναι σταθερή κι όχι ανομοιογενής. Τέλος, το αυτιστικό παιδί έχει ανακόλουθες μορφές αισθητηριακών αντιδράσεων, δηλαδή αντιδρά υπερβολικά με πανικό ή ενθουσιασμό σε καταστάσεις που συνήθως δεν προκαλούν τέτοια συναισθήματα και μπορεί να δείχνει παντελή έλλειψη φόβου όταν πρέπει, να εκδηλώνει τρομερή υπερκινητικότητα ή ασυνήθιστη παθητικότητα. Από την άλλη όμως τα παιδιά με αυτισμό έχουν εξαιρετικές ικανότητες απομνημόνευσης και παπαγαλίας, υψηλή αριθμητική και μουσική ικανότητα και επιδεξιότητα σε παζλ.

Η συχνότητα παρουσίασης του αυτισμού είναι 3 έως 5 φορές πιο συχνή στα αγόρια απ’ ότι στα κορίτσια και 2 με 5 περιπτώσεις για κάθε 10.000 άτομα. Αν προσθέσουμε και το ποσοστό των υπόλοιπων διάχυτων αναπτυξιακών διαταραχών τότε οι περιπτώσεις ανέρχονται σε 20 για κάθε 10.000 άτομα, ενώ άλλοι ερευνητές ανεβάζουν αυτό το νούμερο σε 45,8 για κάθε 10.000. Ο αυτισμός εμφανίζεται πριν την ηλικία των 3 ετών. Πολλές φορές οι γονείς έχουν δείγματα της διαταραγμένης ανάπτυξης του παιδιού τους πολύ νωρίτερα. Σήμερα υπάρχουν διαγνωστικά εργαλεία που μπορούμε να εντοπίσουμε τα βρέφη με υψηλή επικινδυνότητα για αυτισμό από την ηλικία των 18 μηνών κιόλας.

Οι αιτίες του αυτισμού ακόμα δεν είναι γνωστές, ξέρουμε όμως ότι είναι οργανικές κι όχι ψυχολογικής φύσης και δεν ευθύνονται οι γονείς. Μπορεί να είναι μία αιτία ή πολλές μαζί και συνυπάρχουν γενετικές καταβολές και βιολογικές δυσλειτουργίες μαζί. Ένα ποσοστό γύρω στο 15% των αυτιστικών περιπτώσεων συνδέεται με αδιευκρίνιστες ιατρικές διαταραχές. Ο αυτισμός απαντάται σε αδέλφια των παιδιών με αυτισμό 50 φορές συχνότερα απ’ ότι στο γενικό πληθυσμό (όμως τα αδέλφια παιδιών με αυτισμό που τα ίδια δεν έχουν εμφανίσει τη διαταραχή δε διαφέρουν από τα αδέλφια των παιδιών χωρίς αυτισμό), η συχνότερη εμφάνιση του αυτισμού στα αγόρια δείχνει ότι μπορεί η διαταραχή αυτή να σχετίζεται και με διαταραχές των φυλετικών χρωμοσωμάτων και μικρός αριθμός αυτιστικών παιδιών παρουσιάζουν την ανωμαλία του εύθραστου χρωμοσώματος Χ. Επίσης, έρευνες έχουν δείξει ότι το 1/3 των αυτιστικών παιδιών έχουν αυξημένα επίπεδα σεροτονίνης (Rutter, 1990). Τέλος σε πολλούς ερευνητές υπάρχει η αντίληψη ότι ο αυτισμός απηχεί μια συγκεκριμένη γνωστική δυσλειτουργία, δηλαδή έλλειμα στην ικανότητα αποκωδικοποίησης, εξαγωγής συμπερασμάτων και χρήσης αυτών όσον αφορά τις σκέψεις και τα συναισθήματα των άλλων (Theory of Mind,ToM, Baron-Cohen, 1990, Begeer, Rieffe, Meerum Terwogt &Stockmann, 2005).

 

Ο αυτισμός πολλές φορές συγχέεται με τη διαταραχήAsperger, που εντάσσεται στο φάσμα των διάχυτων αναπτυξιακών διαταραχών. Η διαταραχή αυτή εμφανίζεται αργότερα από τον αυτισμό, μετά την ηλικία των 3 χρόνων, αφού μέχρι τότε το παιδί παρουσιάζει φυσιολογική ανάπτυξη, ενώ το παιδί με διαταραχή Asperger δεν έχει σημαντική καθυστέρηση στη γλώσσα, ούτε στους τομείς της αυτοεξυπηρέτησης, της προσαρμοστικής συμπεριφοράς και της γνωστικής ανάπτυξης όπως το παιδί με αυτισμό, καθώς έχει φυσιολογική νοημοσύνη. Τέλος, η πορεία της διαταραχήςAsperger είναι σταθερή και έχει πολύ καλύτερη εξέλιξη για το παιδί από τον αυτισμό.

 

Η έγκαιρη διάγνωση του αυτισμού βοηθά πολύ στη θεραπεία, γιατί όσο πιο νωρίς το παιδί ενταχθεί σε θεραπευτικό πρόγραμμα τόσο καλύτερη είναι η πορεία του. Ηθεραπεία στοχεύει να αυξήσει τις ικανότητες αυτοεξυπηρέτησης και κοινωνικής δεξιότητας του παιδιού, και να διδάξει προσαρμοστικές συμπεριφορές. Αρκετές φορές τα αυτιστικά άτομα μπορούν να δουλέψουν σε περιβάλλοντα με εποπτεία. Η θεραπεία πρέπει να είναι εξειδικευμένη στις ανάγκες του κάθε παιδιού και να γίνεται από καλά εκπαιδευμένους θεραπευτές με σταθερότητα στο προσωπικό που την παρέχει, στη συχνότητα της και στην παιδαγωγική μεθοδολογία που εφαρμόζεται. Η συμμετοχή της οικογένειας μεγιστοποιεί τα θεραπευτικά αποτελέσματα, καθώς και οι γονείς στο σπίτι πρέπει να λειτουργούν ως θεραπευτές για να συνεχιστεί απρόσκοπτα η πρόοδος του παιδιού, αλλά ενδυναμώνει και την ίδια την οικογένεια που βιώνει δυσάρεστα συναισθήματα, καθώς οι προσδοκίες που πιθανόν να είχαν για το παιδί θα πρέπει να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα.

Πηγές:

Ελληνική Εταιρεία Προστασίας Αυτιστικών Ατόμων.

«Αυτισμός και Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές», Α. Γενά, Αθήνα, 2002.

«Το φάσμα του αυτισμού – ΔΑΔ – Ένας οδηγός για την οικογένεια» Στέργιος Νότας (Ομιλία σε συνέδριο).

«Child and Adolescence Psychiatry», fourth edition, M. Rutter & E. Taylor, Blackwell Publishing, 2002.

Begeer, S., Rieffe, C., Meerum Terwogt, M. & Stockmann, L. (2005). Attention to facial emotion expressions in children with autism. Autism, 9 (5), 541-555.

Eγγραφή στο Newsletter