Δυσπραξία / Αναπτυξιακή Διαταραχή Συντονισμού

Η Αναπτυξιακή Δυσπραξία αποτελεί δυσκολία ή ανωριμότητα ενός οργανισμού ως προς την κίνηση. Πρόκειται για ανώριμο τρόπο διαχείρισης της πληροφορίας από τον εγκέφαλο, που συνεπάγεται σε κακή μετάδοση των μηνυμάτων προς το σώμα. Η δυσπραξία επηρεάζει τον προγραμματισμό όσων κάνουμε και τον τρόπο με τον οποίο αυτά ολοκληρώνονται. Συνδέεται με προβλήματα στην αντίληψη, τη σκέψη και το λόγο.

Ένα παράδειγμα για την εκδήλωση της δυσπραξίας είναι το εξής: ένας άνθρωπος που οδηγούσε ένα φορτηγάκι για πολλά χρόνια αγοράζει ένα μικρότερο αυτοκίνητο και προσπαθεί να το οδηγήσει. Χρειάζεται να «ξανά-μάθει» πώς να στρίβει και να παρκάρει, πόσο δυνατά πρέπει να γυρίζει το τιμόνι και με πόση δύναμη πρέπει να πατά το φρένο. Εφόσον οδηγήσει το νέο αυτοκίνητο για κάποιο χρονικό διάστημα μαθαίνει να κάνει αυτές τις προσαρμογές και η οδήγηση του ξαναγίνεται αυτοματοποιημένη.

Αντίθετα ένα παιδί με δυσπραξία συνεχίζει να κάνει κάτι όπως την πρώτη φορά που το έκανε – κάθε φορά. Οι διάφορες δραστηριότητες δε γίνονται ποτέ εντελώς αυτοματοποιημένες για το παιδί με δυσπραξία (Burpee, 1998).

 

Συμπτώματα πρώιμης παιδικής ηλικίας: έως 3 ετών

Τα συμπτώματα της δυσπραξίας είναι εμφανή στην πρώιμη παιδική ηλικία. Τα βρέφη συνήθως εκνευρίζονται εύκολα και ενδέχεται να εμφανίσουν προβλήματα με την πρόσληψη τροφής.

Τα προβλήματα στην πρόσληψη της τροφής αφορούν κυρίως τις κινητικές δυσκολίες που σχετίζονται με την πρόσληψη της τροφής εξωτερικά, ή τη χρήση πιρουνιού / κουταλιού, πιάτου, ο συντονισμός που απαιτείται μεταξύ χεριού - ματιού προκειμένου να πάρει κάποιο παιδί το φαγητό από το πιάτο και να το μεταφέρει στο στόμα. Παιδιά με δυσπραξία συνηθίζουν να τρώνε με τα χέρια και αφήνουν ένα πολύ ακατάστατο σκηνικό στο τραπέζι μόλις τελειώσουν. Πάντως, σε καμιά περίπτωση, αλλεργία σε συγκεκριμένες τροφές δε σχετίζεται με τη δυσπραξία.

Από την άλλη μεριά οι κινήσεις που απαιτούνται από τη σιαγόνα, τον οισοφάγο, και το στομάχι κατά την πρόσληψη της τροφής μπορεί επίσης (αν και πιο σπάνια) να επηρεαστούν από τη δυσπραξία. Σε αυτή την περίπτωση το παιδί δεν μασά / καταπίνει επαρκώς καλά την τροφή με αποτέλεσμα να έχει ένα πρόωρο αίσθημα κορεσμού της πείνας (να "φουσκώνει" και να μη θέλει να φάει άλλο). Σε περιπτώσεις κακής πρόσληψης της τροφής εσωτερικά (πέρα από ό,τι συμβαίνει πάνω στο τραπέζι) παιδιά με δυσπραξία μπορεί να εμφανίζουν έναν τύπο εμετού, που περιγράφεται ως υπερβολικά απότομος, με μεγάλη ορμή. Αυτό το σύμπτωμα συνήθως είναι παροδικό. Σχετίζεται με κακή πρόσληψη της τροφής, όπου το στομάχι (ή το έντερο καλύτερο) διώχνει ό,τι θεωρεί κακή τροφή (ή αμάσητη). Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του τύπου εμετού είναι ότι δεν φαίνεται να έχει προειδοποίηση (κάποια δυσανεξία στο παιδί, ένα αίσθημα ότι του έρχεται "αναγούλα") και ότι τα εκκρίματα τροφής εξέρχονται πολύ βίαια από το στόμα, σαν το παιδί να πνίγεται με την τροφή, με αποτέλεσμα να εκτινάσσονται ακόμα και αρκετά μέτρα από το στόμα του παιδιού.

Συνήθως εμφανίζεται καθυστέρηση στην επίτευξη αναπτυξιακών σταδίων, όπως για παράδειγμα η κατάκτηση της αυτόνομης στήριξης του σώματος μπορεί να μη έχει επέλθει σε ηλικία 8 μηνών.

Αρκετά παιδιά με δυσπραξία δεν καταφέρνουν να κατακτήσουν τα στάδια του "μπουσουλήματος" με τον συνηθισμένο τρόπο. Αρχικώς, εμφανίζουν μία εγγενή προτίμηση να προχωρούν εμπρός καθισμένα σε οκλαδόν στάση και έπειτα να κατακτούν απευθείας την όρθια βάδιση.

Τα βρέφη με δυσπραξία συχνά αποφεύγουν δραστηριότητες που περιλαμβάνουν καλή αδρή και λεπτή κινητικότητα.

 

Συμπτώματα προσχολικής ηλικίας: 3 έως 5 ετών

Εάν η δυσπραξία δεν διαγνωστεί, τα προβλήματα ενδέχεται να γενικευτούν κατά την είσοδο του παιδιού σε τάξεις προ-νηπίων, νηπίων και αργότερα στις σχολικές τάξεις. Η διαδικασία αυτή συχνά επιφέρει σύγχυση και μειωμένο αυτοσυναίσθημα (αυτο-εκτίμηση) στα παιδιά.

 

Τα παιδιά με δυσπραξία ενδέχεται να εμφανίσουν κάποιες από τις παρακάτω συμπεριφορές:

•  Πολύ αυξημένη κινητικότητα, κυρίως κούνημα και χτύπημα των κάτω άκρων όταν κάθονται, χτύπημα άνω άκρων (παλαμάκια) ή φτερουγίσματα με τους καρπούς των χεριών. Ενδέχεται να είναι πολύ δύσκολο σε παιδιά με δυσπραξία να σταθούν ακίνητα.

• Υψηλά επίπεδα υπερέντασης, με φωνές και κραυγές.

• Σύγχυση και εκρηκτική συμπεριφορά.

• Κακή διαχείριση θέσης σώματος με αποτέλεσμα να προσκρούουν σε αντικείμενα ή να πέφτουν.

• Φτερούγισμα χεριών όταν τρέχουν.

• Δυσκολεύονται να μάθουν να κάνουν ποδήλατο.

• Απουσία συναίσθησης κινδύνου (π.χ. άλμα από μεγάλο ύψος κ.α.).

• Ατυχήματα στο τραπέζι κατά το φαγητό (λερώνονται, ρίχνουν το ποτήρι). Ενδέχεται να προτιμούν να τρώνε με τα χέρια.

• Δεν τους αρέσουν τα παιχνίδια με κατασκευές (τουβλάκια, παζλ κ.α.).

• Φτωχή κινητικότητα: Δυσκολεύονται να κρατήσουν σωστά το μολύβι, να χρησιμοποιήσουν το ψαλίδι, οι ζωγραφιές τους μπορεί να δίνουν την αίσθηση ότι προέρχονται από παιδί μικρότερης ηλικίας.

• Διάσπαση προσοχής: Συχνά σταματούν μία δραστηριότητα πριν την ολοκληρώσουν.

• Απουσία φανταστικού παιχνιδιού: Δεν δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον να παίξουν μόνα τους με έναν "φανταστικό" φίλο (μιλώντας χωρίς συνομιλητή ή αλληλεπιδρώντας άμεσα με τα παιχνίδια τους).

• Τάση για απομόνωση: Ειδικώς στην περίπτωση που τα παιδιά με δυσπραξία απορρίπτονται από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας τους σε ένα δεδομένο περιβάλλον, ενδέχεται να προτιμούν τη συντροφιά ενηλίκων.

• Διαταραχές στο λόγο.

• Αισθητηριακός και κινητικός ερεθισμός (π.χ. αντιδράσεις φυγής σε έντονους θορύβους ή στην ένδυση με νέα ρούχα, π.χ. μάλλινα).

 

Πηγή:Dyspraxia Foundation UK (Οργανισμός για τη Δυσπραξία στην Αγγλία).

Eγγραφή στο Newsletter