Λογοθεραπεία και Διαταραχή της γλωσσικής έκφρασης

Η γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών ακολουθεί συγκεκριμένα στάδια αλλά οι ατομικές διαφορές στον τομέα αυτόν αποτελούν βασικά τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Στα φυσιολογικά παιδιά υπάρχουν σημαντικές διαφορές τόσο ως προς την ηλικία έναρξης της ομιλίας όσο και ως προς το ρυθμό με τον οποίο εγκαθίστανται μόνιμα οι γλωσσικές δεξιότητες. Αυτές οι φυσιολογικές αποκλίσεις στη γλωσσική ανάπτυξη δεν δημιουργούν συνήθως κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα. Άλλες φορές όμως, η καθυστέρηση στη γλωσσική ανάπτυξη ακολουθείται από μαθησιακές δυσκολίες και από διαταραχές συμπεριφοράς. Για αυτό, η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση των δυσκολιών λόγου είναι πολύ σημαντική.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, συνήθως παρατηρούνται σημαντικές ατομικές διαφορές σε ότι αφορά τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών. Σε περίπτωση όμως όπου ένα παιδί δεν μπορεί να προφέρει μεμονωμένες λέξεις (ή φωνήματα τα οποία μοιάζουν με λέξεις) στην ηλικία των δύο περίπου ετών, και δεν καταφέρνει να σχηματίσει απλές προτάσεις με δύο λέξεις στην ηλικία των τριών ετών, τότε θεωρείται ότι παρουσιάζει σημαντική καθυστέρηση στη γλωσσική έκφραση.

Τα παιδιά αυτά αργότερα έχουν συνήθως φτωχό λεξιλόγιο, δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τις λέξεις που ξέρουν, οι προτάσεις τους είναι μικρές σε έκταση και έχουν ανώριμη δομή, έχουν δυσκολίες στη σύνταξη και αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν σωστά ορισμένα στοιχεία της γραμματικής, όπως προθέσεις, αντωνυμίες, άρθρα και κλίσεις ονομάτων και ρημάτων. Επίσης τα παιδιά αυτά μπορεί να έχουν ακόμη δυσκολίες στην αντίληψη της χρονικής σειράς των γεγονότων και, σε πολλές περιπτώσεις, στην παραγωγή φθόγγων.

Για να τεθεί η διάγνωση της διαταραχής της γλωσσικής έκφρασης, θα πρέπει η νοημοσύνη του παιδιού να είναι φυσιολογική, να μην υπάρχει κινητικό ελάττωμα του λόγου, και να μην υπάρχουν αισθητηριακά ελλείμματα ή περιβαλλοντική αποστέρηση. Επίσης η χρήση των εξωλεκτικών σημείων (όπως το χαμόγελο και οι χειρονομίες), η χρήση της «εσωτερικής» γλώσσας, όπως αυτή αντανακλάται στο συμβολικό παιχνίδι, και η ικανότητα μη λεκτικής κοινωνικής επικοινωνίας θα πρέπει να είναι σχετικά ανέπαφες. Με άλλα λόγια το παιδί με τη διαταραχή γλωσσικής έκφρασης προσπαθεί να επικοινωνήσει, παρά τη δυσκολία του να εκφραστεί λεκτικά, και επιχειρεί να αντισταθμίσει την αδυναμία του αυτή με χειρονομίες, μιμική ή άλαλα φωνήματα.

 

Αίτια

Η ανάπτυξη της ικανότητας της γλωσσικής έκφρασης των παιδιών βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την ποσότητα των γλωσσικών ερεθισμάτων που δέχονται. Όταν τα παιδιά δεν έχουν αρκετές ευκαιρίες για διάλογο και ανατροφοδότηση, τότε περιορίζονται οι δυνατότητες τους να εκφραστούν λεκτικά και επομένως περιορίζεται η ανάπτυξη της ικανότητας άρθρωσης. Η επίδραση του τρόπου λεκτικής επικοινωνίας της οικογένειας στη γλωσσική ανάπτυξη ενός παιδιού, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι γονείς αποτελούν για το παιδί γλωσσικά πρότυπα. Μέσα από έρευνες διαπιστώθηκε πως οι γονείς διαφοροποιούν τον τρόπο επικοινωνίας τους με το παιδί ανάλογα με τις λεκτικές του ικανότητες. Στις περιπτώσεις όπου το παιδί δυσκολευόταν να κάνει μεγάλες προτάσεις, προσάρμοζαν και αυτοί ανάλογα τον τρόπο με τον οποίο του μιλούσαν. Επομένως, εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις απόρριψης ή απομόνωσης των παιδιών, οι διαταραχές έκφρασης δεν φαίνεται να προκαλούνται από τον τρόπο ομιλίας των γονέων.

Ανατομικές μελέτες και μελέτες νευροαπεικόνισης έχουν δείξει πως τα φωνολογικά ελλείμματα, και ιδιαίτερα αυτά που έχουν σχέση με τη φωνολογική ενημερότητα και το συλλαβισμό, σχετίζονται με προβλήματα στη λειτουργία του εγκεφάλου. Μια ειδική οργανική αιτία, στην οποία μπορεί να οφείλονται ορισμένες περιπτώσεις προβλημάτων στη γλωσσική έκφραση, αποτελούν οι επαναλαμβανόμενες ωτίτιδες ή φλεγμονές του μέσου αυτιού οι οποίες είναι πιθανό να συνοδεύονται με απώλεια ακοής κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής. Οι ωτίτιδες του μέσου αφτιού κατά την κρίσιμη περίοδο για την ανάπτυξη της γλωσσικής έκφρασης μπορεί να δημιουργούν προβλήματα ομιλίας, τα οποία όμως φαίνεται πως σύντομα ξεπερνιούνται. Στις περιπτώσεις όμως δεν υπάρχει ιστορικό με ωτίτιδες, τα αίτια της διαταραχής της γλωσσικής έκφρασης μπορεί να αφορούν τη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος, οπότε και η διάρκεια των προβλημάτων είναι μεγαλύτερη.

Τέλος, φαίνεται πως η γλωσσική ανάπτυξη σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με γενετικούς παράγοντες, αλλά η ακριβής βάση αυτών των παραγόντων πολύ δύσκολα μπορεί να διευκρινιστεί. Έχει βρεθεί, πως στο 70% των παιδιών με διαταραχές ομιλίας υπάρχει στο οικογενειακό τους ιστορικό κάποια αναφορά σε μαθησιακές δυσκολίες.

 

 

Κάκουρος Ε. & Μανιαδάκη Κ.2002. Ψυχοπαθολογία παιδιών και εφήβων. Αναπτυξιακή προσέγγιση. Αθήνα. Τυπωθήτω Γιώργος Δαρδανός

 

Eγγραφή στο Newsletter